Happy together

«Φθάνοντας σε προχωρημένη ηλικία, υποπτευόμαστε ότι ίσως δεν πράξαμε σωστά. Δεν βρήκαμε τα σωστά λόγια για έναν φίλο που μας είχε ανάγκη, για το παιδί που αναλάβαμε… Εγκαταλείψαμε ανθρώπους και πληγώσαμε τους αγαπημένους μας. Φερθήκαμε με δειλία και μικροψυχία, αλλά καμιά φορά και με ευγένεια και γενναιοδωρία. Τέτοια είναι η αφθονία της καρδιάς, μέσα στη μικρότητα είναι ικανή να μας βελτιώσει, να μας κάνει να υπερβούμε τον εαυτό μας. Σε όλους όσοι φοβούνται την απογοήτευση και τον χλευασμό πρέπει να επαναλάβουμε: Μην ντρέπεστε για τις αντιφάσεις σας ή γι’ αυτό που είστε – αφελείς, σαχλορομαντικοί, πιστοί ή άστατοι. Μην αφήνετε τους άλλους να σας εκφοβίζουν! Δεν υπάρχει μόνο ένας δρόμος για τη χαρά. Αγαπάμε όπως και όσο μπορούμε ως ατελή όντα που είμαστε.» Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Το Παράδοξο του Έρωτα»

“Η ιστορία” Έλσα Μοράντε

“Είναι περίεργο το πως κάποια μάτια κρατάνε μέσα τους τόσο εμφανώς την σκιά ποιος ξέρει ποιών εικόνων χαραγμένων στο παρελθόν, ποιος ξέρει πού και πότε, όμοια με γραφή που δεν λέει να σβήσει και που οι άλλοι δεν μπορούν να την διαβάσουν- ενώ συχνότερα δεν βλέπουν καν.”

Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας -Arseny Tarkovsky

-Μίλα!

-Μίλα! Γιατί δε μιλάς;

-Μίλα! Δε με νοιάζει τι θα πεις, μίλα!

-Μίλα! Μίλα!

Πες της… πες της… γιατί δεν της λες ότι κάθε στιγμή μαζί ήταν γιορτή.

Επιφάνεια, οι δυο σας μόνοι μέσα στον κόσμο.

Ότι ήταν πιο θαρραλέα, πιο αναλάφρη κι από πουλί, ότι κατέβηκε ορμητική δυο δυο τα σκαλιά σαν ίλιγγος και μέσα από την υγρή πασχαλιά σε οδήγησε στο βασίλειό της, στην άλλη πλευρά, πίσω από τον καθρέφτη.

Πες της, γιατί δεν της λες, ότι όταν ήρθε η νύχτα, άνοιξαν διάπλατα οι πύλες της αγίας τράπεζας, ότι στο σκοτάδι έλαμψε η γύμνια σας, καθώς γείρατε.

Ότι άνοιξες τα μάτια σου και την είδες στο πλάι σου και είπες…

Πες της το.

Αυτό πρέπει να της το πεις: ευλογήμενη να’ σαι.

Κι ότι ήξερες πως η ευλογία σου ήταν θράσος.

Ότι κοιμόταν και το χέρι της ήταν ακόμα ζεστό κάτω από τα σκεπάσματα.

Πες της για τα ηλεκτροφόρα σύρματα της κοιλιάς της, ότι βουνά πρόβαλλαν στην ομίχλη, θάλασσες λυσσομανούσαν, ενώ κοιμόταν ακόμα καθισμένη σε θρόνο κι ήταν, θέε μου, δική σου.

Πες της, γιατί δεν της λες ότι όταν ξαπλώνατε μαζί, έσβησαν πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος.

Πουλιά ταξίδευαν στον ίδιο δρόμο.

Ότι ο ουρανός ξετυλιγόταν μπρος στα μάτια σας, ότι τα ψάρια στα ποτάμια κολυμπούσαν αντίδρομα.

(Οι φωτογραφίες που πλαισιώνουν το κείμενο προέρχονται από την ταινία Nostalgia (1983) του Andrei Tarkovski γιου του ποιητή. https://www.youtube.com/watch?v=ruz8jMsjROA

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ Λυπιού (2)

Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας…
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας. .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.

Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαινε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ’ το μαύρο στο τέλειο.

Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»

Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.

Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετό της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.

(το κείμενο πλαισιώνουν έργα του Gabriel Pacheco)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ Λυπιού

Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…

Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.

Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».

Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.

Φιρντάους

“Μου πέρασαν χειροπέδες και μ’ οδήγησαν στη φυλακή. Στο κελί μου, οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν κλειστά. Κατάλαβα το λόγο που με φοβόντουσαν σε τέτοιο βαθμό: ήμουν η μόνη γυναίκα που πέταξε το νικάμπ της αποκρουστικής αλήθειας τους. Μου επέβαλαν την θανατική ποινή, όχι επειδή είχα διαπράξει φόνο. Άλλωστε , χιλιάδες άνθρωποι δεν σκοτώνονται κάθε μέρα; Με καταδίκασαν σε θάνατο επειδή φοβόντουσαν να με αφήσουν να ζήσω. Γνώριζαν πως όσο ζώ, μπορούσα να τους σκοτώσω. Η ζωή μου είναι ο θάνατός τους. Ο θάνατός μου, η ζωή τους. Κι αυτοί θέλουν να ζήσουν. Ζωή γι αυτούς σημαίνει περισσότερο έγκλημα, μεγαλύτερες λεηλασίες. Εγώ όμως νίκησα την ζωή και τον θάνατο: δεν θέλω πια να ζήσω ούτε φοβάμαι να πεθάνω. Δεν λαχταρώ τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι κυρίαρχη της ελευθερίας μου. Τίποτα δεν μας υποδουλώνει στη ζωή παρά μόνο οι επιθυμίες μας, οι ελπίδες μας, οι φόβοι μας. Η ελευθερία μου τους γεμίζει οργή. Πολύ θα ήθελαν να με υποδουλώσουν με μια επιθυμία, μ’ένα φόβο, με κάποια μακρινή ελπίδα.”https://www.domabooks.gr/firdaus

ποίημα

Τὸ παιδὶ μὲ τὴ σάλπιγγα

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ. Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.

Νικηφόρος Βρεττάκος